Μονή Ταξιαρχών Αστερίου

Η μονή Ταξιαρχών Αστερίου ήταν από παλιά αφιερωμένη στους Ταξιάρχες, όπως μαρτυρεί τοιχογραφία επάνω από την είσοδο του κεντρικού ναού, του καθολικού.

Για την προέλευση της προσωνυμίας «Αστερίου» και για τη χρονολογία της μονής δεν υπάρχουν ασφαλείς ιστορικές μαρτυρίες. Η παράδοση την έχει συνδέσει με τον Όσιο Λουκά τον Στειριώτη ή Αστεριώτη, ο οποίος έζησε τον 10ο αι. μ.Χ.. Ωστόσο, κανένα σωζόμενο κτίσμα του μοναστηριακού συγκροτήματος δεν χρονολογείται πριν τον 16ο αι. μ.Χ.

Σύμφωνα με λίθινη επιγραφή, η μονή υπήρξε κάποια στιγμή στην ιστορία της πατριαρχικό σταυροπήγιο, υπαγόταν δηλαδή άμεσα στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, καθεστώς που της διασφάλιζε προνόμια και οικονομική ευμάρεια. Η έγγεια περιουσία που διέθετε σε αρκετές περιοχές της Αττικής μαρτυρείται από ιστορικές πηγές. Επιπλέον, διέθετε αξιόλογη βιβλιοθήκη. Ωστόσο, φαίνεται ότι γύρω στο 1700 άρχισε η παρακμή της, στο πλαίσιο της δύσκολης ιστορικής περιόδου που διήνυε τότε η Αθήνα. Στις αρχές του 18ου αι. μ.Χ. η μονή απώλεσε μεγάλο μέρος της περιουσίας της. Στα χρόνια της Επανάστασης του 1821 η βιβλιοθήκη της μεταφέρθηκε, για μεγαλύτερη ασφάλεια, στην Ακρόπολη, είχε όμως την ίδια τύχη με τη βιβλιοθήκη της Μονής Καισαριανής: Καταστράφηκε στην πολιορκία των ετών 1826-1827. Η Μονή Αστερίου διαλύθηκε με το διάταγμα των Αντιβασιλέων του Όθωνα το 1833 και ερημώθηκε.

Τον 20ό αιώνα, εμφανίζεται ως μετόχι της Μονής Πετράκη, προστατευόμενη συγχρόνως από την Αρχαιολογική Υπηρεσία. Ωστόσο, στα τέλη της δεκαετίας του 1950 παραχωρήθηκε στην τότε βασιλική οικογένεια και υπέστη αρχιτεκτονικές επεμβάσεις και τροποποιήσεις. Από τα αρχικά κτίσματα του μοναστηριακού συγκροτήματος διατηρούνται σχεδόν αναλλοίωτα, εντός ισχυρού περιβόλου, το καθολικό, η τράπεζα στη ΒΔ πτέρυγα και η κρήνη.

Το καθολικό ανήκει στον αρχιτεκτονικό τύπο του σύνθετου σταυροειδούς εγγεγραμμένου με τρούλο. Ενδιαφέρον έχουν οι τέσσερις κίονες που στηρίζουν τον τρούλο, οι οποίοι δεν είναι μονολιθικοί, αλλά αποτελούνται από πώρινους σφονδύλους. Εξωτερικά, ο οκτάπλευρος τρούλος, με ένα παράθυρο σε κάθε πλευρά, έναν κιονίσκο σε κάθε ακμή και τοξωτά γείσα, ανήκει στον τύπο που είναι γνωστός ως «αθηναϊκός». Ο αρχιτεκτονικός τύπος και ο τύπος του τρούλου ήταν πολύ διαδεδομένοι στη βυζαντινή Αθήνα. Ωστόσο, σήμερα πιστεύεται ότι το καθολικό εντάσσεται σε ομάδα ναών του 16ου αι. μ.Χ. που μιμούνται μορφολογικά τους αθηναϊκούς ναούς του 11ου και 12ου αι. Στον 16ο αι. παραπέμπουν και οι τοιχογραφίες που σώζονται αποσπασματικά σε ορισμένα σημεία των τοίχων του κυρίως ναού και του νάρθηκα. Τοιχογραφίες κοσμούν επίσης τον δυτικό τοξωτό τοίχο της τράπεζας. Ξεχωρίζουν η Θεοτόκος όρθια Βρεφοκρατούσα μεταξύ δύο αγγέλων στην κεντρική κόγχη και ο Μυστικός Δείπνος, στην ανώτερη ζώνη του τοίχου.

Η κρήνη, νοτιοδυτικά του ναού, ακολουθεί την τυπική κατασκευή των κρηναίων κτισμάτων της οθωμανικής περιόδου: πετρόκτιστη, κλειστή δεξαμενή, στην πρόσοψη της οποίας διαμορφώνεται η κυρίως κρήνη, σε τοξωτή εσοχή που επιτρέπει το σχηματισμό γούρνας στο κάτω μέρος. Θεωρείται μία από τις ελάχιστες κρήνες οθωμανικής αρχιτεκτονικής που σώζονται στην Αττική.

Από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 η μονή λειτούργησε ως αρχαιολογικός χώρος του Υπουργείου Πολιτισμού, σε σύνδεση με εκείνον της Μονής Καισαριανής. Το 2001 παραχωρήθηκε για λειτουργική χρήση στην Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών, συνεχίζει όμως να λειτουργεί ως επισκέψιμο μνημείο. 

Πηγή:

Εφορεία Αρχαιοτήτων Ανατολικής Αττικής (Μονή Αστερίου, https://www.culture.gr/el/ministry/SitePages/viewyphresia.aspx?iID=2473)