Λατομεία περιοχής Κουταλά

Ο Υμηττός δεν υπήρξε γνωστός μόνο για το φημισμένο μέλι του, αλλά και για το κυανότεφρο μάρμαρό του, την λεγόμενη «Υμηττίαν μάρμαρον» (Στράβων, 9, 23) που χρησιμοποιήθηκε για την κατασκευή μνημείων στην Ελληνιστική εποχή (4ος αι. π.Χ.), κυρίως όμως στην περίοδο της ρωμαιοκρατίας για την κατασκευή ανδριάντων και διακοσμητικών στοιχείων. Οι εκτεταμένες συγκεντρώσεις μεταμορφωμένου ασβεστόλιθου (μαρμάρου) είναι από τα κύρια χαρακτηριστικά της γεωλογίας του Υμηττού. Και παρότι το μάρμαρο του Υμηττού ήταν χαμηλής ποιότητας λόγω του περιορισμένου βαθμού μεταμόρφωσης, το κυανότεφρο χρώμα του συντέλεσε ώστε στους ρωμαϊκούς χρόνους να έχει υψηλή ζήτηση.

Ο κυρίαρχος τύπος μαρμάρου του Υμηττού είναι χρώματος γκρίζου/υποκύανου με υπόλευκες φλεβώσεις και χονδρόκοκκης σύστασης. Τα λατομεία από τα οποία παρήγαν το μάρμαρο βρίσκονται στη δυτική πλευρά του βουνού, με τα ίχνη των εγκαταστάσεων παλαιών και αρχαίων ασβεστοκάμινων να εντοπίζονται σε ολόκληρη τη δυτική και βορειοδυτική κλιτύ του Υμηττού. Επιπλέον, σημαντικός αριθμός ορυχείων χαλκού και αμίαντου καταγράφεται στην περιοχή του Κουταλά και του Αγίου Μάρκου Καισαριανής.

Βασική περιοχή εξόρυξης μαρμάρου υπήρξε όμως η περιοχή του Κακορέματος που χαρακτηρίζεται από έντονη δραστηριότητα λατόμευσης από την αρχαιότητα, μαζί με άλλα δεκαπέντε σημεία απ’ άκρη σε άκρη του όρους. Εκτιμάται ότι στον Υμηττό λειτουργούσαν λατομεία μαρμάρου πριν το 570 π.Χ., οπότε άρχισε η εκμετάλλευση του πεντελικού μαρμάρου, και τα λατομεία του Υμηττού αδράνησαν, για να επαναλειτουργήσουν κατά τους ελληνιστικούς και ρωμαϊκούς χρόνους. Από τα λατομεία του Καρέα, εξαγόταν και ένας άλλος συμπαγής ασβεστόλιθος του Υμηττού με κιτρινωπή απόχρωση που ονομαζόταν «αργυλικός λίθος» -επειδή τα λατομεία από όπου προερχόταν βρίσκονταν κοντά στον αρχαίο δήμο της Αργυλής-, και χρησιμοποιήθηκε από τον 6ο π.Χ. αι. για τα θεμέλια των ναών της Αθήνας και της Ελευσίνας.

Για την χρονολογική ταύτιση των λατομείων και τη διάκριση των περιόδων της λατομικής δραστηριότητας από τα αρχαϊκά χρόνια και μετά, απαιτείται περαιτέρω έρευνα. Ωστόσο, εκτιμάται με σχετική βεβαιότητα ότι οι περισσότερες θέσεις που έχουν εντοπιστεί ανάγονται στη περίοδο μεταξύ του 1ου αι. π.Χ. και του 3ου αι. μ.Χ., οπότε καταγράφεται ιδιαίτερα έντονη εξορυκτική δραστηριότητα. 

Στην περιοχή του Κουταλά υπάρχουν τα κατάλοιπα μιας αρχαίας οδού από την οποία κατέβαζαν το μάρμαρο. Οι οδοί μεταφοράς του προϊόντος εξόρυξης σε χαμηλότερα επίπεδα του βουνού σχηματίζουν ένα εκτενές δίκτυο που, κατά τμήματα, περιλαμβάνει και αναλημματικά τοιχάρια. Το σύστημα διακύλισης και μεταφοράς του μαρμάρου έχει γίνει αντικείμενο ιδιαίτερης μελέτης. 

Στα νεώτερα χρόνια, δημιουργήθηκαν αρκετά μικρά λατομεία μαρμάρου και πέτρας, συχνά στη θέση των παλαιότερων εγκαταστάσεων, καθώς και μεγάλα λατομεία θραυστού όπως αυτό στο Κακόρεμα. Το νταμάρι λειτούργησε ξανά, μαζί με άλλα περίπου εξήντα λατομεία του λεκανοπεδίου σε Υμηττό, Τουρκοβούνια, Αιγάλεω και Ποικίλον Όρος, όταν μεταπολεμικά αναπτύχθηκε έντονη οικοδομική δραστηριότητα. Η δραστηριότητα διακόπηκε το 1976, όταν εφαρμόστηκε η απαγόρευση της λειτουργίας λατομείων στην εσωτερική όψη των βουνών του λεκανοπεδίου. Το παλιό νταμάρι του Κακορέματος «Εργάνης», έκτασης άνω των 300.000 τ.μ., έγινε χώρος εναπόθεσης μπάζων, αλλά αργότερα πέρασε στην προστασία του Συνδέσμου Προστασίας και Ανάπτυξης Υμηττού και εντάχθηκε στη ζώνη του περιαστικού πάρκου αναψυχής του Υμηττού.

Το αποτέλεσμα της λατομικής δραστηριότητας στο Κακόρεμα, είναι σήμερα ένα εντυπωσιακό φαράγγι που ταυτίζεται με το ρεύμα ενός από τους μεγαλύτερους χείμαρρους του Υμηττού, μαζί με τον Ηριδανό, τη Χαλιδού και τον Ντούκα. 

Η θέση του λατομείου Κουταλά αποτελεί γνωστό αναρριχητικό προορισμό αλλά και χώρο εξάσκησης σπηλαιολόγων σε τεχνικές σχοινιών. Η ονομασία «Καράβι» προέρχεται από τη μορφή του βράχου που μοιάζει με πλώρη καραβιού. Στο σημείο εμφανίζονται εντυπωσιακά κάθετα βράχια, ενώ ιδιαίτερα αποκαλυπτική είναι και η θέα της πόλης των Αθηνών από αυτή τη θέση.

Πηγές: 

Χωροταξική Μελέτη της Πανεπιστημιούπολης Αθηνών. Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών – Τμήμα Μελετών, Αθήνα (2009)

Στρατηγική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων του Σχεδίου Προστασίας Ορεινού Όγκου Υμηττού. Δ/νση Σχεδιασμού Μητροπολιτικών Αστικών και Περιαστικών Περιοχών ΥΠΕΝ

Σύνδεσμος Προστασίας και Ανάπτυξης Υμηττού – ΣΠΑΥ (https://spay.gr/to-vouno/ydata/)

Οικονομίδης Σταύρος, Το Δρακόσπιτο του Υμηττού. «Μεγαλιθική» αρχιτεκτονική στην Αττική, Αρχαιολογικά Ανάλεκτα εξ Αθηνών, Τόμος 42 (2018) Αθήναι

Σπαθάρη, Έλση, Ο Υμηττός κατά την αρχαιότητα. Καθημερινή Επτά Ημέρες, Κυριακή 28 Σεπτεμβρίου 1997