Με τις ενέργειες για την αντιμετώπιση της ανάγκης στέγασης του μεγάλου αριθμού προσφύγων από τη Μικρά Ασία, εγκαινιάζονται στην Ελλάδα τα προγράμματα κοινωνικής κατοικίας. Δύο ήταν οι φορείς που δραστηριοποιήθηκαν αποκλειστικά στον τομέα της οικοδόμησης κατοικιών και της ανέγερσης συνοικισμών κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1920, το Ταμείο Περιθάλψεως των Προσφύγων (ΤΠΠ) και η Επιτροπή Αποκατάστασης των Προσφύγων (ΕΑΠ).
Η Επιτροπή ιδρύθηκε το 1923 ως ένας αυτόνομος οργανισμός ο οποίος, με τη βοήθεια του κράτους και υπό την εποπτεία της Κοινωνίας των Εθνών, ανέλαβε το έργο της στεγαστικής αποκατάστασης και της παραγωγικής απασχόλησης των προσφύγων. Είχε προηγηθεί η δραστηριότητα του Ταμείου, με την οποία κατασκευάστηκαν κυρίως ξύλινα προσωρινά καταλύματα και ξεκίνησε η οικοδόμηση των συνοικισμών του Βύρωνα, της Νέας Ιωνίας, της Καισαριανής και της Νέας Κοκκινιάς (Νίκαια) που συνεχίστηκε από την Επιτροπή.
Χρησιμοποιήθηκαν ευρέως δύο βασικοί τύποι δίδυμων κατοικιών, μονώροφης και διώροφης, για δύο και τέσσερις οικογένειες αντίστοιχα. Η διαρρύθμιση ήταν κοινή: Κάθε οικογένεια είχε στη διάθεσή της τρία ελαχίστων διαστάσεων δωμάτια από τα οποία το μεγαλύτερο είχε διπλό ρόλο, καθιστικού και υπνοδωματίου. Εκτός από τις δίδυμες οικίες, χρησιμοποιήθηκαν, επίσης, μικρές μονώροφες κατοικίες ή στίχοι σπιτιών, δηλ. μονώροφα ή διώροφα για έξι, οκτώ, δέκα ή δώδεκα οικογένειες κατά όροφο ανά μονάδα κατοικίας.
Ύστερα από πειραματισμούς, η Επιτροπή κατέληξε σε ένα βέλτιστο τύπο κτηρίου που συνδύαζε τη μονιμότητα με τη φθηνή συντήρηση: οι κατοικίες θα έπρεπε να είναι κατασκευασμένες από εγχώρια πέτρα, με επένδυση από σοβά και στέγη από εγχώρια κεραμίδια, καθώς και με αυλή ή κήπο, ενώ ως προς την εξωτερική όψη τους θα κυριαρχεί το κιτρινωπό χρώμα της μαρμαροκονίας και το κόκκινο των κεραμιδιών.
Το 1927 ιδρύεται η Υπηρεσία Διαχειρίσεως Αστικών Προσφυγικών Συνοικισμών μέσω της οποίας το Υπουργείο Πρόνοιας αναλαμβάνει νέες κατασκευές σε γενικές γραμμές πολύ κατώτερου επιπέδου από τις αντίστοιχες της Επιτροπής. Παρόλα αυτά, οι κατοικίες που προκύπτουν από τις διάφορες κατασκευαστικές δραστηριότητες δεν επαρκούν, και κατά συνέπεια, αξιόλογο ποσοστό των προσφύγων εξαναγκάζονται σε αυτοστέγαση. Όσοι παρέμεναν άστεγοι εγκαθίσταντο σε κενές εκτάσεις και δημιουργούσαν με πρόχειρα μέσα συνοικισμούς από παραπήγματα.
Αποκλειστικός φορέας για την εγκατάσταση των προσφύγων σε μόνιμες κατοικίες, ήταν από το 1930 το Υπουργείο Πρόνοιας. Στη δεκαετία μέχρι το 1940, το Υπουργείο προχώρησε στην ανέγερση συγκροτημάτων μετά από κατεδάφιση των παραπηγμάτων στις παραγκουπόλεις, ή κοντά σε αυτές τις περιοχές. Ήδη από το 1927, υπήρχε το νομοθετικό πλαίσιο όσον αφορά το καθεστώς των κατοικιών-διαμερισμάτων, για οικοδομές σε προσφυγικούς συνοικισμούς αρχικά και δύο χρόνια αργότερα και για τις υπόλοιπες. Μετά το 1930, οι συνθήκες για την κατασκευή πολυώροφων κτιρίων γίνονται πιο ευνοϊκές και ανοίγει ο δρόμος στην πολυκατοικία. Χαρακτηριστικές ήταν οι απόψεις διαφόρων αρχιτεκτόνων και πολεοδόμων πως η υψηλή δόμηση θα αποτελούσε ισχυρό αντιστάθμισμα στην άναρχη επέκταση της πρωτεύουσας και στη δημιουργία παραγκουπόλεων στο εσωτερικό της.
Στα οκτώ εντέλει συγκροτήματα πολυκατοικιών που κατασκευάστηκαν σε προσφυγικούς συνοικισμούς (τέσσερα στην Αθήνα, ένα στον Πειραιά και τρία στην ευρύτερη περιοχή του Πειραιά), εφαρμόζονται οι αρχές του μοντέρνου κινήματος του μεσοπολέμου για τη λαϊκή κατοικία (Bauhaus) και χρησιμοποιείται το οπλισμένο σκυρόδεμα. Τα διαμερίσματα διανεμήθηκαν με κλήρωση στους δικαιούχους κατοίκους των παραπηγμάτων -λαμβάνοντας υπόψη τον αριθμό των μελών της κάθε οικογένειας και υπό τον όρο ότι οι οικογένειες των δικαιούχων δεν διέθεταν ιδιόκτητη κατοικία ή οικόπεδο στο όνομά τους-, και παραχωρήθηκαν αποκλειστικά για ιδιοκατοίκηση με καταβολή του ανάλογου αντιτίμου στο Υπουργείο Πρόνοιας και με τη χορήγηση διευκολύνσεων. Είναι γεγονός ότι, με την πώληση των κατοικιών στους πρόσφυγες, τόσο από το Υπουργείο Πρόνοιας όσο και από την ΕΑΠ προηγουμένως, ενισχύθηκε η ιδιοκατοίκηση και περιορίστηκαν τα μέσα για την περαιτέρω κοινωνική τους στήριξη.
Κατά την πρώτη μεταπολεμική περίοδο, το Υπουργείο Πρόνοιας ανέλαβε την ανέγερση νέων συγκροτημάτων πολυκατοικιών για την αποκατάσταση των Μικρασιατών προσφυγών αλλά και των γηγενών που ζούσαν σε παραπήγματα. Τα κριτήρια διανομής των διαμερισμάτων ήταν εκείνα που εφαρμόστηκαν στην περίοδο του μεσοπολέμου, επιπλέον οι δικαιούχοι είχαν την υποχρέωση να αποπληρώσουν ένα μικρό ποσό προκειμένου να παραλάβουν το τελικό παραχωρητήριο. Κατά την περίοδο της ανέγερσης των νέων συγκροτημάτων, παρεχόταν επιδότηση ενοικίου στους δικαιούχους. Ως εκ τούτου, καταγράφονται αρκετές περιπτώσεις μετεγκατάστασης που οδήγησαν σε αλλαγές της κοινωνικής σύνθεσης των οικισμών.
Ο οικισμός της Καισαριανής με τα ήπια χαρακτηριστικά των μονόρωφων και διώροφων κτισμάτων ανοικοδομείται τις τελευταίες δεκαετίες μέσω του συστήματος της πολυκατοικίας, με απώλεια μιας σειράς ποιοτήτων κυρίως σε πολεοδομικό επίπεδο. Χαρακτηριστική, η πολυ-ιδιοκτησία των κατοικιών, καθώς τα περισσότερα κτίρια χωρίζονταν σε μικρότερες κατοικίες γεγονός που οδήγησε στην ύπαρξη πολλών συνιδιοκτητών ανά κτίριο, και η μη-κατοικησιμότητα των κτιρίων, καθώς τα περισσότερα διατηρούνται σε κακή ή προβληματική κατάσταση και σε μεγάλο ποσοστό δεν κατοικούνται από τους πρώτους οικιστές.
Στις περιπτώσεις ανοικοδόμησης νέων κτιρίων – μετά από κατεδάφιση παλαιών προσφυγικών – υπήρξε βεβαίως ανανέωση του κτιριακού δυναμικού, γεγονός που έδωσε την ευκαιρία βελτίωσης των συνθηκών διαβίωσης των κατοίκων που παρέμειναν στην περιοχή, όσο και προσέλκυσης νέων δυναμικών οικονομικών και κοινωνικών στρωμάτων. Στις περιπτώσεις όμως όπου δεν υπήρξε ανοικοδόμηση και οι όποιες επισκευές δεν οδήγησαν σε σημαντική βελτίωση των κτιρίων, οι συνέπειες ήταν αλυσιδωτές. Η αδυναμία προσαρμογής των κτιρίων στις νέες συνθήκες κατοίκησης συνεπάγεται τη σταδιακή εγκατάλειψή τους από τις πιο δυναμικές ομάδες του πληθυσμού. Με τη σειρά τους αυτά τα φαινόμενα οδηγούν κατ’ αρχήν στην απαξίωση του κτιριακού δυναμικού (λόγω εγκατάλειψης, έλλειψης συντήρησης κλπ.) με επιπτώσεις τόσο στη στατική και λειτουργική επάρκειά του όσο και στην αισθητική των μεμονωμένων κτισμάτων αλλά και του συνόλου του οικισμού ή συγκεκριμένων ενοτήτων αυτού. Η μερική εγκατάλειψη προσδίδει εικόνα υποβάθμισης σε ολόκληρα τα κτίρια ή ακόμη και σε μία ευρύτερη ενότητα κτιρίων. Όταν αυτή η τάση γενικεύεται ο οικισμός κατά τμήματα εμφανίζει σημάδια εγκατάλειψης και υποβάθμισης.
Έτσι λοιπόν, στην Καισαριανή παραμένει σήμερα ένας σημαντικός αριθμός παλαιών προσφυγικών κτισμάτων τα οποία, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, υποβαθμίζονται συνεχώς λειτουργικά και αισθητικά. Η υποβάθμιση αυτή, πέρα των συνεπειών που έχει στο επίπεδο της αισθητικής του οικισμού, συνοδεύεται και από μεταβολή των κοινωνικών χαρακτηριστικών της περιοχής.
Το ζήτημα που τίθεται δεν είναι βεβαίως μια εκτεταμένη πολιτική διατήρησης των παλαιών προσφυγικών κτισμάτων. Η αποκατάσταση ενός παλαιού προσφυγικού κτίσματος κρίνεται γενικά ασύμφορη, σε σχέση με τις δυνατότητες οικιστικής αποκατάστασης που προσφέρει στο πλαίσιο των σύγχρονων αναγκών αλλά κυρίως σε σχέση με τις εναλλακτικές δυνατότητες της αγοράς. Υπάρχουν άλλωστε πολλές περιπτώσεις για τις οποίες η αποκατάσταση είναι πρακτικώς αδύνατη.
Αυτό που σήμερα κρίνεται σκόπιμο, είναι να διασωθούν τα κύρια χαρακτηριστικά του οικισμού: η ρυμοτομία (η οποία έχει διατηρηθεί)και κτίσματα αντιπροσωπευτικά της γενικής τυπολογίας των προσφυγικών κτιρίων.
Τα παλαιά προσφυγικά κτίσματα δε διατηρούν κάποια σημαντικά μορφολογικά, τυπολογικά ή οικοδομικά χαρακτηριστικά τα οποία να παραπέμπουν σε παραδοσιακούς τρόπους δόμησης. Συγκεκριμένα, έχουν δομηθεί στη βάση μίας λογικής «οικονομικότητας», η οποία αφορούσε τόσο στο κόστος κατασκευής όσο και στην οργάνωση των χώρων. Αυτές οι δύο παράμετροι έχουν οδηγήσει σε μία απλούστευση των όγκων και της μορφολογίας των κτιρίων. Επίσης, η δημιουργία των συγκεκριμένων τύπων, και η ευρεία χρήση μονώροφων και διώροφων κτισμάτων, στην Καισαριανή παράγουν γενικές διατάξεις και μορφές αντίστοιχες –στα γενικά τους χαρακτηριστικά– με άλλες, γνωστές στους προσφυγικούς οικισμούς, οι οποίες παραπέμπουν σε αναζητήσεις του μοντέρνου κινήματος του μεσοπολέμου. Κύριο χαρακτηριστικό τους είναι η απλότητα σε επίπεδο κάτοψης και όψης, η συμμετρία και η κυριαρχία του πλήρους στην όψη των κτισμάτων.
Από την άλλη πλευρά όμως, στον προσφυγικό οικισμό της Καισαριανής δεν έχουν ακολουθηθεί με συνέπεια οι αρχές του μοντέρνου κινήματος. Αυτό είναι εμφανές στη στέγη (κεραμιδοσκεπή, η οποία κυριαρχεί σε όλα τα κτίσματα) αλλά, κυρίως, λόγω της απουσίας διατάξεων ορθολογικοποίησης των χώρων και των κινήσεων. Για παράδειγμα, η ύπαρξη ανεξάρτητων εισόδων και κλιμάκων για την πρόσβαση στις κατοικίες ισογείου και ορόφου αναπαράγει παλαιότερα πρότυπα λαϊκών κατοικιών. Τέλος, προβληματισμό ως προς την μορφολογική κατάταξη του οικισμού δημιουργεί αφενός η ύπαρξη σημαντικού αριθμού κτισμάτων που οικοδομήθηκαν από τους ίδιους τους πρόσφυγες και διαφοροποιούνται ως προς τους βασικούς τύπους κτισμάτων, αφετέρου οι «αυθαίρετες» προσθήκες συμπληρωματικών κτισμάτων για εξυπηρέτηση βασικών αναγκών (λειτουργίες και χρήσεις νοικοκυριού).
Επισημαίνεται ότι η δομή του οικισμού και η μορφολογία των κτισμάτων δεν ευνοούσαν άλλες χρήσεις πέραν της κατοικίας. Παρ’ όλ’ αυτά, σταδιακά και λόγω των κοινωνικών συνθηκών της εποχής, σε πολλά από τα ισόγεια των κατοικιών –ιδιαίτερα επί της λεωφ. Εθνικής Αντίστασης αλλά και στο εσωτερικό του οικισμού – εντάχθηκαν χρήσεις λιανικού εμπορίου επιπέδου γειτονιάς και αναψυχής (μικρά μπακάλικα ή καφενέδες) αλλά και κάποιες χρήσεις μεταποίησης. Έτσι ο προσφυγικός οικισμός της Καισαριανής –από την εποχή της δημιουργίας του έως και τη δεκαετία του ΄70– παρουσιάζει την εικόνα ήπιας γειτονιάς κατοικίας με λίγες εξυπηρετήσεις τοπικού επιπέδου. Το κέντρο της πόλης λειτουργεί επί της κεντρικής λεωφόρου, όπου στα ισόγεια αναπτύσσονται χρήσεις εμπορίου και υπηρεσιών. Λίγο αργότερα, η λεωφόρος Εθνικής Αντίστασης διαμορφώνεται σε υπερτοπικό άξονα κυκλοφορίας.
Ενδεικτικά σημεία ενδιαφέροντος της Καισαριανής είναι, η κεντρική Πλατεία που περιβάλλεται από τετρακατοικίες οι οποίες έχουν κριθεί διατηρητέες, και το συγκρότημα πολυκατοικιών του μεσοπολέμου (“πυροβολημένα”) στην περιοχή “Τρίγωνο” που είναι μοναδικό λόγω της ιδιαίτερης θέσης του ανάμεσα στις επιλογές του μοντέρνου κινήματος, όπως προσαρμόστηκαν στα ελληνικά δεδομένα.
Η παραπάνω σύντομη αναφορά στα χαρακτηριστικά του οικισμού, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν μπορούμε από τη μορφολογία τους να κατατάξουμε την πλειοψηφία των κτισμάτων σε κάποιο ιδιαίτερο τύπο ή αρχιτεκτονικό κίνημα. Σε αυτό το πλαίσιο είναι δύσκολο να αποφασιστεί μία ξεκάθαρη μεθοδολογία για την κήρυξη των παλαιών προσφυγικών κτισμάτων ως διατηρητέων, καθώς δε φαίνεται να υφίστανται σημαντικοί λόγοι διατήρησης των μεμονωμένων παλαιών προσφυγικών κτιρίων με μόνη αναφορά στην αρχιτεκτονική τους τυπολογία. Από την άλλη πλευρά τίθενται ζητήματα ιστορικής μνήμης, καθώς ο προσφυγικός οικισμός της Καισαριανής συνδέεται – όπως και το σύνολο των προσφυγικών οικισμών της χώρας– στη μεγαλύτερη μετακίνηση πληθυσμού σε παγκόσμιο επίπεδο αλλά και στη μεγαλύτερη επιχείρηση κοινωνικής κατοικίας στην ιστορία του ελληνικού κράτους. Επιθυμητός στόχος είναι, ως εκ τούτου, να υπάρξει μια συνολική προστασία των αξιόλογων και καλά διατηρημένων περιοχών, αλλά και των διαφορετικών κτηριακών τύπων.
Ως προς την τυπολογία και την κατασκευή τους, τα προσφυγικά κτίρια είναι χαρακτηριστικά της εποχής του Μεσοπολέμου και της μετάβασης στο σύστημα των μαζικών κατασκευών. Παράλληλα, τα προσφυγικά κτίρια αποτελούν όχι μόνο ιστορικά τεκμήρια και σημεία αναφοράς της συλλογικής μνήμης, αλλά και σπίτια κτισμένα με ανθρώπινα μέτρα, με κύριο στοιχείο την κοινωνικότητα στις γειτονιές. Για το λόγο αυτό, τα προσφυγικά έχουν αξία ως σύνολο κτηρίων πρώτα από όλα και έπειτα ως μεμονωμένα κτήρια. Ιδιαίτερη σημασία έχει σήμερα η ανάδειξη της κλίμακας και των λειτουργιών της παλιάς προσφυγικής γειτονιάς, σε αντιπαραβολή με την καθ’ ύψος ανάπτυξη της πόλης (μέσω αντιπαροχής) που μετασχηματίζει ενδογενώς το αστικό βίωμα.
Πηγές:
- Βασιλείου, Ι., Η λαϊκή κατοικία, 1944, Αθήνα Π.Α. Διαλησμά
- Γεωργακοπούλου, Φ., Προσφυγικοί Συνοικισμοί στην Αθήνα και τον Πειραιά, 2002, Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Μ. Ασία
- Γκιζελή, Β., Κοινωνικοί μετασχηματισμοί και προέλευση της κοινωνικής κατοικίας στην Ελλάδα 1920-1930, 1984, Αθήνα, Επικαιρότητα
- Καλαντζοπούλου, Μ., Πατρίκιος, Γ., Δανεσσής, Μ., 2010, Μελέτη Προσφυγικού Οικισμού Ν. Φιλαδέλφειας Αττικής, Τεχνική Έκθεση, <http://www.0150.syzefxis.gov.gr/>
- Λεοντίδου, Λ. Πόλεις της σιωπής. Εργατικός εποικισμός της Αθήνας και του Πειραιά, 1909-1940. 2η Έκδοση. 2001 Αθήνα: Πολιτιστικό Τεχνολογικό Ίδρυμα ΕΤΒΑ
- Μυωφά, Ν., Συγκροτήματα κοινωνικής κατοικίας στη Αθήνα, Κοινωνικός άτλαντας της Αθήνας. Ηλεκτρονική συλλογή κειμένων και εποπτικού υλικού – http://www.athenssocialatlas.gr/
- Σταυρίδης Σ, Κουτρολίκου Π, Βαταβάλη Φ, κ.ά., Μετασχηματισμοί της σχέσης δημόσιου-ιδιωτικού χώρου στα συγκροτήματα κοινωνικής κατοικίας των Ελληνικών αστικών κέντρων. 2009, Αθήνα ΕΜΠ
- Τζόκας, Σπ., «Κάποτε στην Καισαριανή». Ματιές στην ιστορική διαδρομή μιας προσφυγικής συνοικίας από τη γέννησή της ως τη δεκαετία του ’80, εκδ. Θεμέλιο, 2022.
- Morgenthau, H., Η Αποστολή μου στην Αθήνα. Το έπος της εγκατάστασης, Αθήνα 1994