Η μονή μνημονεύεται από τον Δημήτριο Καμπούρογλου ως Άγιος Γεώργιος Κουταλέας. Σύμφωνα με τον Α. Ορλάνδο, η προσωνυμία της προέρχεται από την αθηναϊκή οικογένεια των Κουταλάδων. Οι πρώτες γραπτές μαρτυρίες για το καθολικό του Αγίου Γεωργίου περιλαμβάνονται στα κείμενα των περιηγητών Jacob Spon και George Wheler, οι οποίοι επισκέφθηκαν την περιοχή το 1676 και αναφέρουν ότι το βρήκαν εγκαταλελειμμένο.

Έχουν διατυπωθεί τουλάχιστον δύο υποθέσεις για τη χρονολόγηση της μονής: η πρώτη τοποθετεί την οικοδόμησή της στις αρχές του 15ου αιώνα, ενώ η δεύτερη (που θεωρείται πιθανότερη) την τοποθετεί έναν ή δύο αιώνες αργότερα. Οι υποθέσεις χρονολόγησης έχουν στηριχθεί κυρίως σε αρχιτεκτονικά δεδομένα: Η απλή τοιχοδομία και η λιτή δομή του καθολικού, το οικοδομικό υλικό που μάλλον βρίσκεται σε δεύτερη χρήση στο δάπεδο του Ιερού (πορφυρού χρώματος πλάκες), καθώς και η κατάσταση διατήρησης της παλιάς Τράπεζας, του οψοφυλακίου και των λοιπών κτισμάτων, εκτιμάται ότι αποτελούν στοιχεία που παραπέμπουν σε μια ιστορική περίοδο περιορισμένων μέσων, παράλληλα, ωστόσο δηλώνουν την πρόθεση για υιοθέτηση προτύπων γνώριμων από διαφορετικές εποχές της βυζαντινής ναοδομίας.

Το καθολικό της μονής είναι μια επιμήκης μονόκλιτη, τριμερής βασιλική με τρούλο και νάρθηκα, και με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που προσδίδουν στο μνημείο γραφικότητα και ιδιοπροσωπία: Ο προσανατολισμός του ναού παρουσιάζει μια απόκλιση της τάξεως των 45 μοιρών προς βορρά, το πλάτος του αυξάνεται σταδιακά από το νάρθηκα προς το ιερό, και η κόγχη της Αγίας Τράπεζας τοποθετείται παραδόξως εκτός του κέντρου του Ιερού. Ταυτόχρονα το πάχος των εξωτερικών τοίχων είναι σχετικά μεγάλο, ενώ ιδιόρρυθμες αναλογίες παρατηρούνται και στον τρούλο.
Η τοιχοδομία του ναού αποτελείται από αργούς λίθους συνδεόμενους με κονίαμα. Κάθε μία από τις πλάγιες πλευρές του ναού ενισχύεται με 2 ισχυρές λίθινες αντηρίδες, οι οποίες είναι πιθανότατα μεταγενέστερες του αρχικού κτίσματος.
Σε κακή κατάσταση διατηρούνται σπαράγματα τοιχογραφιών στο νάρθηκα και στην κόγχη του Ιερού. Στην δυτική πλευρά του καθολικού, πάνω από την κύρια είσοδο, απαντάται ο προστάτης της Μονής, ο Μεγαλομάρτυρας Γεώργιος ο Τροπαιοφόρος. Το ξύλινο τέμπλο είναι των αρχών του 20ου αιώνα.

Σημειώνεται ότι ως τα μέσα του 20ου αιώνα, παρέμεναν σε ερειπιώδη κατάσταση δυο ακόμα κτίρια του συγκροτήματος της μονής. Πρόκειται για την παλαιά Τράπεζα, απέναντι από την είσοδο του καθολικού και το προσκολλημένο σε αυτή, οψοφυλάκιο. Τα άλλα τμήματα του αρχικού κτιριακού συγκροτήματος έχουν υποστεί ριζική αλλοίωση από πρόσφατες μετασκευές.
Η μονή αποτελεί σήμερα μετόχι της Ιεράς Μονής Πετράκη και από το 1971 λειτουργεί ως γυναικείο μοναστήρι.
Πηγή:
Blog: Βυζαντινή Αθήνα (Ιερά Μονή Αγίου Γεωργίου Κουταλά, http://www.byzantineathens.com/alphagammaiotaomicronsigma-gammaepsilonomegarhogammaiotaomicronsigma-kappaomicronupsilontaualphalambdaalphasigma.html)