Ο αρχαιολογικός χώρος της Μονής των Εισοδίων της Θεοτόκου (Μονής Καισαριανής) βρίσκεται σε μια περιοχή φημισμένη από την αρχαιότητα για τις φιλοσοφικές σχολές και τα ιερά της. Η Μονή ιδρύθηκε στα τέλη του 11ου ή στις αρχές του 12ου αιώνα μ.Χ., πιθανώς για να μεταφερθεί το κέντρο λατρείας από τον λόφο των Ταξιαρχών σε μια ασφαλέστερη και όχι ορατή θέση. Στη διάρκεια της μακραίωνης λειτουργίας της, γνώρισε μεγάλη άνθιση. Η ενασχόληση των μοναχών με την καλλιέργεια των ελαιοδένδρων και τη μελισσουργία διασφάλιζε την οικονομική της ευμάρεια. Για πολλούς αιώνες ήταν σταυροπηγιακή, δηλαδή άμεσα υπαγόμενη στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, καθεστώς που της παρείχε ιδιαίτερα προνόμια. Παράλληλα, υπήρξε σημαντικό πνευματικό κέντρο και η βιβλιοθήκη της διέθετε μεγάλο αριθμό χειρογράφων. Όμως τον 18ο αιώνα μ.Χ. άρχισε σταδιακά η παρακμή της. Η λειτουργία της διακόπηκε οριστικά το 1833, όταν διαλύθηκαν σε όλη την Επικράτεια από τους Αντιβασιλείς του Όθωνα όσα ανδρικά μοναστήρια είχαν λιγότερους από έξι μοναχούς.

Ισχυρός οχυρός περίβολος προστάτευε το μοναστηριακό συγκρότημα, εντός του οποίου τα αρχαιότερα σωζόμενα κτίσματα είναι σήμερα ο ναός (καθολικό), αφιερωμένος στα Εισόδια της Θεοτόκου, και ο λουτρώνας. Ο ναός ανήκει στον αρχιτεκτονικό τύπο του σταυροειδούς εγγεγραμμένου με τρούλο. Ο νάρθηκας και το παρεκκλήσιο του Αγίου Αντωνίου αποτελούν προσθήκες της Οθωμανικής περιόδου. Ο λουτρώνας, από τα ελάχιστα σωζόμενα βυζαντινά λουτρά στον ελλαδικό χώρο, μετατράπηκε αργότερα σε ελαιοτριβείο. Η Μονή περιελάμβανε επίσης πτέρυγα κελιών στη νότια πλευρά, και Τράπεζα με μαγειρείο, αποθηκευτικό χώρο και τραπεζαρία στη δυτική. Στο κέντρο της νότιας πτέρυγας των κελιών δεσπόζει επιβλητικό κτίσμα, γνωστό ως «Πύργος των Μπενιζέλων», από το όνομα της αρχοντικής αθηναϊκής οικογένειας που είχε στενές σχέσεις με τη Μονή.

Ο αρχικός τοιχογραφικός διάκοσμος του ναού, εάν υπήρχε, δεν σώζεται. Η παλαιότερη σωζόμενη τοιχογραφία διακρίνεται σήμερα στον βόρειο τοίχο του παρεκκλησίου του Αγίου Αντωνίου. Πρόκειται για παράσταση της Θεοτόκου, προφανώς από σκηνή Δέησης, η οποία θεωρείται έργο του 14ου αιώνα μ.Χ. Οι τοιχογραφίες του νάρθηκα, έργα του Πελοποννήσιου ζωγράφου Ιωάννη Υπάτου το 1682, σύμφωνα με αφιερωματική επιγραφή πάνω από την είσοδο, αποτελούν χορηγία του ευγενούς και λογιώτατου Μπενιζέλου γιού του Ιωάννη, της μητέρας του, των αδελφών του και της λοιπής συνοδείας του. Όλοι τους είχαν καταφύγει στη μονή για να γλιτώσουν από λοιμό. Θεωρείται ότι πολλές σκηνές που έχουν επιλεγεί να απεικονιστούν, όπως η παράσταση της αγίας Τριάδας, των Εισοδίων και του Γενεσίου της Παναγίας, αλλά και ορισμένων παραβολών, όπως του Πλούσιου και του Πτωχού Λαζάρου και των Πονηρών εργατών του Αμπελώνα, συνδέονται με τον Μπενιζέλο και την καλλιέργεια των κτημάτων του.
Οι τοιχογραφίες που σήμερα κοσμούν το καθολικό, είναι λίγο μεταγενέστερες, των πρώτων δεκαετιών του 18ου αι. μ.Χ. (πριν το 1750), και συνδέονται με τον σημαντικό Αργείο ζωγράφο Γεώργιο Μάρκου. Η μορφή του Παντοκράτορα στον τρούλο και της ένθρονης Θεοτόκου στην αψίδα ξεχωρίζουν.

Στον χώρο της Μονής φυλάσσονται σήμερα πολυάριθμα γλυπτά αρχιτεκτονικά μέλη, που προέρχονται από την ευρύτερη περιοχή και χρονολογούνται από τους αρχαίους και τους βυζαντινούς χρόνους. Άλλα αρχιτεκτονικά μέλη, έχουν εντοιχισθεί στο καθολικό και στην Τράπεζα. Σε δεύτερη χρήση είναι οι μαρμάρινοι κίονες με τα ιωνικά κιονόκρανα που στηρίζουν τον τρούλο στο καθολικό. Αντίθετα, το μαρμάρινο τέμπλο, αναστηλωμένο σήμερα, αποτελείται από γλυπτά του 12ου αι. μ.Χ.
Πηγή:
Εφορεία Αρχαιοτήτων Ανατολικής Αττικής (Μονή Καισαριανής, https://www.culture.gr/el/ministry/SitePages/viewyphresia.aspx?iID=2473)