Αφθονία ασβεστολιθικών πετρωμάτων και ορυκτός πλούτος, πολυάριθμα σπήλαια και βάραθρα, χείμαρροι και ρέματα, παλαιά λατομεία, αρχαία και βυζαντινά μνημεία, αποτελούν μερικά στοιχεία της ταυτότητάς του Υμηττού. Στην περιοχή του, συγκεντρώνονται διάφοροι τύποι οικοτόπων: καταφύγιο θηραμάτων, αισθητικό δάσος, περιοχές αρχαιολογικής σημασίας, κ.ά.

Το βουνό αποτελεί οικοσύστημα σημαντικής βιοποικιλότητας, δεδομένου ότι φιλοξενεί ενδημικά και προστατευόμενα είδη φυτών και ζώων: αναφέρονται περίπου 600 είδη φυτών, εκ των οποίων 30 είναι φυτά ενδημικά, και περίπου 100 είδη πουλιών (μόνιμα, μεταναστευτικά, επισκέπτες κ.λπ.), αρκετά είδη θηλαστικών (κουνάβια, νυφίτσες, αλεπούδες, λαγούς, σκαντζόχοιρους, κλπ), ερπετά (φίδια, χελώνες, κλπ) και έντομα, με γνωστότερο είδος τις μέλισσες.

Το βόρειο τμήμα (Εύζωνας) είναι μεγαλύτερο και υψηλότερο σε σχέση με το νότιο τμήμα (Μαυροβούνι ή Ξηροβούνι). Οι κορυφές του Υμηττού είναι γενικά ομαλές και οι σημαντικότερες, εκτός της κορυφής Εύζωνας (1.026 m), είναι η Δασωμένη ή Κιάφα Ντρίζα (644), το Κορακοβούνι (728), το Μαυροβούνι (774), ο Προφήτης Ηλίας (600), το Στρώμα (708) και ο Στραβός Αετός (627).

Τα πετρώματα του Υμηττού αποτελούνται από ασβεστόλιθους, σχιστόλιθους και μεγάλες μάζες μαρμάρων. Οι σχιστόλιθοι σχηματίζουν ευρεία ζώνη στα χαμηλότερα υψόμετρα του Βόρειου Υμηττού -από την περιοχή του Καρέα και της Καισαριανής στα δυτικά, φτάνοντας μέχρι την περιοχή της Παιανίας στα ανατολικά- και στο Νότιο Υμηττό. Οι κορυφές Κορακοβούνι και Εύζωνας συγκροτούνται από παχύ στρώμα κατώτερου μαρμάρου, ενώ τα επιφανειακά στρώματα στις πλαγιές των υψωμάτων αυτών διαμορφώνονται από τους νεώτερους ασβεστόλιθους, ιζηματογενούς προελεύσεως. Ο ορυκτός πλούτος του Υμηττού διακρίνεται και από την ύπαρξη μικτών θειούχων μεταλλευμάτων (μεταλλεύματα σιδηροπυρίτη, σφαλερίτη και γαληνίτη).

Η αφθονία ασβεστολιθικών πετρωμάτων είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία μεγάλου αριθμού καρστικών σχηματισμών, όπως σπήλαια και βάραθρα, από τη διαβρωτική δράση του νερού στα ασβεστολιθικά υποστρώματα. Τα κυριότερα σπήλαια του Υμηττού είναι: σπήλαιο Λεονταριού, σπήλαιο Κορακοβουνίου, μεγάλο βάραθρο Αστεριού, σπήλαιο Κουτούκι, Γιδοσπηλιά, μεγάλο βάραθρο Πύργου, σπήλαιο Μπίμπεση, σπήλαιο Προφήτη Ηλία, μικρό βάραθρο Σταυρού, σπήλαιο Νταβέλη Σταυρού, Μεγάλη Σπηλιά Μαυροβουνίου, Στρογγυλή Σπηλιά Μαυροβουνίου, Τρύπια Σπηλιά Μαυροβουνίου, μεγάλο βάραθρο Μαυροβουνίου, μικρό σπηλαιοβάραθρο Μαυροβουνίου, σπήλαιο Μητρομάρα, σπηλαιοβάραθρο Προφήτη Ηλία αρ.1 και αρ.2, σπήλαιο Κακαβούλας, Θρακιά Συκιάς Βάρης, σπήλαιο Νυμφόληπτου (ή Αρχέδημου).

Τα εδάφη είναι κατά το πλείστον σκελετικά, πετρώδη, και αβαθή. Οι μεγάλες κλίσεις του εδάφους του Υμηττού ευνόησαν την ύπαρξη πολυάριθμων χειμάρρων (125 περίπου), μικρής και μεγάλης διαδρομής που διέρρεαν τις πλαγιές του βουνού. Η ανατολική πλευρά του βουνού, προς την πεδιάδα των Μεσογείων είναι αρκετά απότομη και διασχίζεται από δύο μεγάλα υδάτινα ρεύματα, τη Χιλιαδού ή Χαλιδού (Παιανία) και τον Ντούκα (Κορωπί). Αντίθετα, στη δυτική πλευρά προς το λεκανοπέδιο των Αθηνών, ο διαμελισμός είναι εντονότερος, ως εκ τούτου, σχηματίζονται χαράδρες και ρεματιές: η βαθιά χαράδρα του Κακορέματος και αρκετές μικρότερες ρεματιές, όπως το ρέμα του Αγ. Ιωάννου του Θεολόγου (αρχ. Ιλισσός), το ρέμα της Καισαριανής (αρχ. Ηριδανός), το ρέμα του Καρέα (Κακόρεμα), η Σαρίνα, η Βαμβακιά, η Γκαλμπένη, η Πιρναρή (Τερψιθέα), το ρέμα του Βαρελά και το Λυκόρεμα. Στο σύνολό τους οι ροές αυτές ήταν εποχικές ενώ μετά από καταρρακτώδεις βροχές αποκτούσαν καταστρεπτική δύναμη. Σημειωτέον ότι, ο Ηριδανός μαζί με άλλους χείμαρρους του βορειοδυτικού Υμηττού τροφοδοτούσαν τον Ιλισσό και δημιουργούσαν ένα σημαντικό υδροβιότοπο.

Η γεωλογική σύσταση του Υμηττού δικαιολογεί την έλλειψη πηγών, που συναντώνται μόνο όπου τα στρώματα σχίστη και ασβεστόλιθου έρχονται σε επαφή. Πηγές υπάρχουν μόνο στα χαμηλά και συγκεκριμένα στις περιοχές Καισαριανής – Καρέα, όπου υπάρχουν ασβεστολιθικά πετρώματα. Οι κυριότερες πηγές είναι: Πηγή Καλοπούλας, Πηγή Μονής Καισαριανής, Πηγές Μονών Αστερίου, Ιωάννου Θεολόγου και Καρέα, Πηγή Ανάληψης, Πηγή Προφήτη Ηλία (πηγάδι), Πηγή Αγ. Ευσταθίου (πηγάδι).

Το κλίμα της περιοχής είναι μεσογειακό με κύριο χαρακτηριστικό το ξηρό και θερμό καλοκαίρι και τον ήπιο και βροχερό χειμώνα. Λόγω της κατεύθυνσης του Υμηττού από βορρά προς νότο, η οροσειρά δέχεται έντονη την επίδραση των ισχυρών ανέμων ιδίως κατά το χειμώνα, φαινόμενο που επηρεάζει δυσμενώς την ανάπτυξη υψηλής βλάστησης.

Ο Υμηττός φιλοξενεί πλούσια χλωρίδα. Στον Υμηττό έχουν καταγραφεί περίπου 600 είδη φυτών, από τα οποία τα 30 είναι σπάνια ενδημικά. Ιδιαίτερη μνεία γίνεται σε 44 είδη άγριας ορχιδέας, που αποτελούν ίσως τη μεγαλύτερη συγκέντρωση ποικιλιών ορχιδέας στην Ευρώπη.

Η δασική βλάστηση των μεσογειακών βιοτόπων χαρακτηρίζεται από αείφυλλα πλατύφυλλα και χαλέπιο πεύκη. Πευκοδάση μεγάλης ή μικρότερης έκτασης συναντούμε σε διάφορα τμήματα του Υμηττού. Στον Υμηττό απαντώνται και άλλα είδη σε μίξη, όπως στην Καισαριανή όπου έχει γίνει εισαγωγή Τραχείας Πεύκης και Κυπαρισσιού. Στην ίδια περιοχή συναντάμε και άλλα είδη όπως χαρουπιά, κουτσουπιά, πουρνάρι, και Asparagus acutifolius.

Στο βόρειο τμήμα του βουνού κυριαρχεί η θαμνώδης βλάστηση (αείφυλλοι σκληρόφυλλοι θάμνοι),  όπως το πουρνάρι, η άγρια κουμαριά, και το φυλλίκι, ενώ στο νότιο τμήμα του αναπτύσσονται χαμηλοί αρωματικοί θάμνοι όπως το θυμάρι, το θρούμπι και η αφάνα, και σπανιότερα, ο σχίνος.

Οι υγρές συνθήκες ευνοούν την εξάπλωση των θαμνώνων αειφύλλων σκληρόφυλλων ειδών (μακί), ενώ σε πιο ξηρές θέσεις ευνοούνται οι θαμνώνες των εποχικώς διμορφικών θάμνων (φρύγανα). Χαρακτηριστικότερα είδη μακί στον Υμηττό είναι ο σχίνος, το πουρνάρι, η αγριεληά, η ήμερη κουμαριά, η άγρια κουμαριά.

Τα χασμόφυτα είναι φυτά που αναπτύσσονται στις σχισμές βράχων, σε απόκρημνες και δυσπρόσιτες θέσεις και παρουσιάζουν μεγάλο ποσοστό σπανίων ή και ενδημικών ειδών.

Στα είδη χλωρίδας αναφέρονται περίπου 650 ταξινομικές μονάδες (είδη, υποείδη) Πτεριδοφύτων και Σπερματοφύτων εκ των οποίων οι 54 είναι ενδημικές ενώ οι 59 προστατεύονται από την ελληνική νομοθεσία και από διεθνείς συμβάσεις ή περιλαμβάνονται σε καταλόγους απειλούμενων ειδών. Αξιοσημείωτη είναι η χλωρίδα των γεωφύτων (βολβοί, κόνδυλοι, ριζώματα).

Τόσο η χαμηλή θαμνώδης βλάστηση όσο και οι δασικές εκτάσεις του Υμηττού, αποτελούν καταφύγιο πολλών ειδών πανίδας και ορνιθοπανίδας: ένας σημαντικός αριθμός από τα περίπου 100 είδη πουλιών που φωλιάζουν στην περιοχή, είναι επισκέπτες του χειμώνα ή εμφανίζονται περιστασιακά.

Μέχρι τις αρχές του αιώνα, στην περιοχή του Υμηττού υπήρχε πλούτος από θηράματα και άγρια ζώα. Σήμερα είναι πολύ λιγότερα ή υπό εξαφάνιση. Τα θηράματα που υπάρχουν περιορίζονται στον Λαγό και στην Πέρδικα. Τα θηλαστικά της περιοχής είναι τα εξής: Νανονυχτερίδα, Ρινόλοφος του Blasius, Μικρορινολόφος, Ρινόλοφος, Λαγός, Νυφίτσα, Αλεπού, κ.ά. Σημειωτέον, ότι στον Υμηττό υπάρχουν αρκετά είδη νυχτερίδων, τρία εκ των οποίων προστατεύονται.

Από τα ερπετά της περιοχής αναφέρονται τα ακόλουθα: Οχιά, Νερόφιδο, Σαπίτης, Σπιτόφιδο, Σαΐτα, Λιακόνι, Σαμιαμίδι, Πρασινόσαυρα, Μεσογειακή χελώνα, Κρασπεδοχελώνα. Από τα αμφίβια, αναφέρεται ο Πρασινόφρυνος.

Πλήθος εντόμων υπάρχουν στην περιοχή, εκ των οποίων η πιο σημαντική είναι η μέλισσα. Έχουν καταγραφεί Λεπιδόπτερα και Ορθόπτερα.

 

Καθεστώτα προστασίας

Ο Υμηττός διέπεται από διάφορα καθεστώτα προστασίας, αρχής γενομένης από την υπʼ αριθμ. 25638/1968 απόφαση του Υπουργού Προεδρίας της Κυβερνήσεως (Φ.Ε.Κ. 236 Β’/1969) «Περί κηρύξεως των ορέων Υμηττού, Πεντελικού, Πάρνηθος, Κορυδαλλού και Αιγάλεω ως τόπων χρηζόντων ειδικής προστασίας», το περιεχόμενο της οποίας επαναλήφθηκε στην υπʼ αριθμ. 25638/1969 απόφαση του ίδιου οργάνου (Φ.Ε.Κ. 669 Β’/1969), με την οποία ο Υμηττός χαρακτηρίσθηκε ως τοπίο ιδιαίτερου φυσικού κάλλους χάριν «… της διατηρήσεως και προστασίας του χαρακτήρος αυτών εκ της ασυδότου κατατμήσεως και ατάκτου οικοδομήσεως».

Με Προεδρικό Διάταγμα (Φ.Ε.Κ. 91 Α’/6-2-1974), μια έκταση περίπου 4.460 στρεμμάτων (ή 6.400 στρεμμάτων κατά μια άλλη εκδοχή) στην περιοχή Καισαριανής, κηρύχθηκε ως «αισθητικό δάσος». Με άλλο Προεδρικό Διάταγμα (Φ.Ε.Κ. 544 Δ’/1978), ορίζονται στον Υμηττό Α’ και Β’ Ζώνες προστασίας. Στην Α’ Ζώνη επιτρέπονται μόνον εγκαταστάσεις αναψυχής και πολιτισμού, στη Β’ Ζώνη επιτρέπονται «κοινωφελείς» κτιριακές εγκαταστάσεις, ενώ και στις δύο Ζώνες απαγορεύεται η δόμηση κατοικιών.

Τέλος, ο Υμηττός έχει ενταχθεί στις προστατευόμενες περιοχές του Δικτύου NATURA 2000 (GR 04 – GR 3000006), ενώ ακόμη στον Υμηττό έχει ιδρυθεί μόνιμο καταφύγιο θηραμάτων (GR 22).

Ο ορεινός όγκος του Υμηττού, στο Ρυθμιστικό Σχέδιο Αθήνας (νόμος 4277/2014, Παράρτημα VII, άρθρο 18, παράγραφος 2), χαρακτηρίζεται ως Περιφερειακό Πάρκο, που διαμορφώνεται ως ενιαίο πάρκο αναψυχής, θέας και πεζοπορίας, με ισχυρό πλαίσιο προστασίας.

Ζώνη Ειδικής Προστασίας (Οδηγία 2009/147/ΕΚ) Όρος Υμηττός (κωδ. GR3000015 και έκταση 8.320 ha). Τα είδη εξαιτίας των οποίων αυτή η περιοχή χαρακτηρίζεται ως Ζώνη Ειδικής Προστασίας (ΖΕΠ), είναι η Αετογερακίνα (Buteo rufinus) και ο Αιγαιοτσιροβάκος (Sylvia rueppelli). Το είδος που πληροί τους πληθυσμιακούς όρους για την περιοχή ΖΕΠ, καθώς τα ενδιαιτήματά του λαμβάνονται υπόψη για την οριοθέτησή της ως Ζώνη Ειδικής Προστασίας, είναι ο Πετρίτης (Falco peregrinus). Λόγω της ποικιλομορφίας της βλάστησης, το Αισθητικό Δάσος Καισαριανής προτιμάται από τα δασικά πουλιά.

Ειδική Ζώνη Διατήρησης (Οδηγία 92/43/ΕΚ) Υμηττός – Αισθητικό Δάσος Καισαριανής – Λίμνη Βουλιαγμένης (κω. GR3000006 και έκταση 8.820 ha). Εδώ, το πιο ενδιαφέρον ενδημικό είδος είναι το Fritillaria obliqua, το οποίο περιλαμβάνεται στη Συνθήκη της Βέρνης (Παράρτημα Ι, 1992) και στο Παράρτημα IV της Οδηγίας 92/43/ΕΕ. Άλλα ενδημικά είδη είναι τα εξής: Onosma graeca και Veronica glauca ssp. glauca (βαλκανικά ενδημικά), Anthemis cretica ssp.cretica, Dianthus serratifolius ssp. serratifolius (Αττική και Λιβύη), Atraphaxis billardieri (Ελλάδα και Ασία), Brassica cretica ssp. Cretica, Carum graecum ssp. graecum (βαλκανικό ενδημικό).

Αισθητικό Δάσος: Αισθητικό Δάσος Καισαριανής (κωδ. Α174.460 και έκταση 4.460 στρέμματα), ένα από τα 19 «Προστατευόμενα Αισθητικά Δάση» στην Ελλάδα

(https://filotis.itia.ntua.gr/biotopes/c/GR3000006/), που ανακηρύχθηκε δυνάμει του ΠΔ 91/22-01-1974 (ΦΕΚ 31/Α/06-02-1974). Εκτείνεται από τις παρυφές της πόλης (Πανεπιστημιούπολη Αθηνών –  Δήμος Καισαριανής – Δήμος Βύρωνα) μέχρι το δυτικό τμήμα του Υμηττού σε υψόμετρο 760 μ. Πρόκειται για την έκταση που περιβάλλει το ιστορικό μοναστήρι της Καισαριανής. Το Αισθητικό Δάσος χαρακτηρίζεται από ένα μωσαϊκό βλάστησης με κυρίαρχο το πεύκο (τραχεία πεύκη) σε αμιγείς συστάδες ή σε ανάμειξη με κυπαρίσσι και με πλατύφυλλα είδη όπως η κουτσουπιά, η χαρουπιά και η χνοώδης δρυς, ενώ συγκροτούνται και άλλες, μικρότερες ενότητες όπως ο «ιστορικός ελαιώνας», ο γειτονικός του κυπαρισσώνας, η περιοχή με τους ευκαλύπτους στα νότια του νεκροταφείου Καισαριανής, η παραρεμάτια βλάστηση κ.α.. Σε βραχώδη σημεία, συναντούμε το πεύκο μαζί με πουρνάρι και αγριελιά.

Ρέματα Διατηρητέου Περιβαλλοντικού Ενδιαφέροντος: Με την Υπουργική Απόφαση 9173/1642/3-3-1993 (Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε.) «Χαρακτηρισμός ως διατηρητέου περιβαλλοντικού ενδιαφέροντος ρεμάτων, χειμάρρων και ρυακιών του Νομού Αττικής» (ΦΕΚ 281/Δ/23-3-1993), οι πηγές του Ηριδανού έχουν ιεραρχηθεί ως υδατόρεμα Β’ Προτεραιότητας (Παράρτημα ΙΧ, άρθρο 20, παράγραφος 3α). Στα κύρια υδατορέματα Α’ Προτεραιότητας περιλαμβάνονται τα ανοιχτά τμήματα σε Υμηττό και στο Πάρκο Γουδή (νόμος 4277/2014, άρθρο 20, παράγραφος 4θ).

Μνημεία και τοπία υδατικού ενδιαφέροντος Αττικής: Το τμήμα Ιλισσός – υπώρειες Υμηττού – Γουδή και η πηγή «Καλοπούλας Υμηττού» (ΦΕΚ 265/Β/1957 & ΥΑ 291/2003/2004 – ΦΕΚ 332/Β, παράγραφος 8, άρθρο 22, Παράρτημα ΙΧ).

Καταφύγια θηραμάτων: Με βάση την υπ’ αριθμ. 38070/1972 Υπουργική Απόφαση (ΦΕΚ 683/Β/24-05-1976), στην περιοχή προστασίας χωροθετείται καταφύγιο θηραμάτων.

Στην παράγραφο 6 του άρθρου 18 του Ρυθμιστικού Σχεδίου Αθήνας, αναφέρονται τα Σπήλαια του Υμηττού ως τόποι γεωμορφολογικού και τοπιακού ενδιαφέροντος.

Οι κύριες δραστηριότητες εντός της περιοχής προστασίας του ορεινού όγκου Υμηττού είναι αυτές του πρωτογενούς τομέα, καθώς και λατομικές δραστηριότητες. Στην ανατολική πλευρά του Υμηττού και ειδικότερα στα όρια των δήμων Παιανίας και Κορωπίου, περιλαμβάνονται αρκετές εκτάσεις αγροτικών καλλιεργειών, κυρίως αμπελώνες και κηπευτικά.

Η μελισσοκομία είναι μια παραδοσιακή δραστηριότητα, στενά συνυφασμένη με την ιστορία του Υμηττού καθώς αφορά ένα τοπικό αναγνωρίσιμο προϊόν. Η δραστηριότητα αναπτύσσεται τόσο στη ζώνη Β όσο κυρίως στη ζώνη Α προστασίας του Υμηττού, στα διοικητικά όρια όλων των Δήμων, εκτός του αισθητικού δάσους Καισαριανής.

Η λατομική δραστηριότητα, που υπήρξε έντονη κατά τα μεταπολεμικά χρόνια, έπαυσε και για ορισμένα από τα λατομεία έχουν υλοποιηθεί αναπλάσεις (Οργανισμός Αθήνας, στα πλαίσια του προγράμματος της αποκατάστασης των ανενεργών λατομείων – Ν. 2742/79 άρθρο 25).